- ἐξελαύνειν
- ἐξελαύ̱νειν , ἐξελαύνωdrive outpres inf act (attic epic)ἐξελαύ̱νειν , ἐξελαύνωdrive outpres inf act (attic epic)
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
ANNICERIS — I. ANNICERIS Cyrenaeus, nobilis equorum agitator, qui artem Platoni ostentaturus ante Academiam currus coniunxit, saepeque eundem cursum iisdem vestigiis nihil delirando repetiit, οὕτω ἀκριβῶς φυλάττων τοῦ δρόμου τὸν ςτοῖχον, ὡς μὴ παραβαίνειν… … Hofmann J. Lexicon universale
εξελαύνω — ἐξελαύνω (AM) [ελαύνω] 1. διώχνω βίαια («ἐξελῶ σ ἐς κόρακας ἐκ τῆς οἰκίας», Αριστοφ.) 2. κατευθύνω (άλογα, άρμα κ.λπ.) ορμητικά προς τα μπρος αρχ. 1. βγάζω έξω για βοσκή («δειπνήσας δ ἄντρου ἐξήλασε πίονα μῆλα», Ομ. Οδ.) 2. (για άλογα και… … Dictionary of Greek